Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sportive
01
αθλητικός
relating to or interested in sports
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most sportive
συγκριτικός βαθμός
more sportive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sports, activity, behavior
02
παιχνιδιάρικο, χαρούμενο
behaving in a playful, fun, and light-hearted way
Παραδείγματα
Her sportive teasing made everyone smile.
Οι παιχνιδιάρικες πείραγές της έκαναν όλους να χαμογελάσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sportively
sportiveness
sportive
sport



























