Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sporran
01
σποράν, παραδοσική σκωτική τσάντα που φοριέται με το κιλτ και κρέμεται μπροστά από την βουβωνική χώρα
a traditional Scottish bag worn with a kilt and hangs in front of the groin area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sporrans



























