Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spoken
01
προφορικός, λεγόμενος
communicated orally rather than in written form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The spoken instructions guided them through the assembly process.
Οι προφορικές οδηγίες τους καθοδήγησαν στη διαδικασία συναρμολόγησης.
Λεξικό Δέντρο
unspoken
spoken
speak



























