Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Split decision
01
διχασμένη απόφαση, διαιρεμένη απόφαση
a situation where two of the three judges score the bout in favor of one boxer, while the third judge scores it in favor of the other boxer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
split decisions
Παραδείγματα
The bout was highly competitive, leading to a split decision that surprised many fans.
Ο αγώνας ήταν πολύ ανταγωνιστικός, οδηγώντας σε μια διαιρεμένη απόφαση που εξέπληξε πολλούς θαυμαστές.



























