splint
Pronunciation
/ˈspɫɪnt/

Ορισμός και σημασία του "splint"στα αγγλικά

01

νάρθηκας, δέσιμο

an immobilizing device, such as a cast or brace, that protects a broken or injured part of the body during therapy or recovery period
splint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splints
02

ξύλινο θραύσμα, λεπτή ξύλινη λωρίδα

a thin sliver of wood
to splint
01

τοποθετώ νάρθηκα, στηρίζω με νάρθηκα

support with a splint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
splint
γ΄ ενικό πρόσωπο
splints
ενεστώτα μετοχή
splinting
απλός αόριστος
splinted
παθητική μετοχή
splinted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store