Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Splint
01
νάρθηκας, δέσιμο
an immobilizing device, such as a cast or brace, that protects a broken or injured part of the body during therapy or recovery period
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
splints
02
ξύλινο θραύσμα, λεπτή ξύλινη λωρίδα
a thin sliver of wood
to splint
01
τοποθετώ νάρθηκα, στηρίζω με νάρθηκα
support with a splint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
splint
γ΄ ενικό πρόσωπο
splints
ενεστώτα μετοχή
splinting
απλός αόριστος
splinted
παθητική μετοχή
splinted



























