Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spit up
[phrase form: spit]
01
ξερούνω, κάνω εμετό
to bring up stomach contents through the mouth
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
spit
ενεστώτας
spit up
γ΄ ενικό πρόσωπο
spits up
ενεστώτα μετοχή
spitting up
απλός αόριστος
spat up
παθητική μετοχή
spat up
Παραδείγματα
After accidentally inhaling some water while swimming, she had to spit up to clear her airway.
Αφού εισέπνευσε κατά λάθος λίγο νερό ενώ κολυμπούσε, έπρεπε να κάνει εμετό για να καθαρίσει τις αναπνευστικές της οδούς.



























