Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spit out
01
φτύνω, εκτοξεύω
spit up in an explosive manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
spit
ενεστώτας
spit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
spits out
ενεστώτα μετοχή
spitting out
απλός αόριστος
spat out
παθητική μετοχή
spat out
02
φτύνω, λέω με περιφρόνηση
utter with anger or contempt
03
φτύνω, εκτοξεύω
to forcefully push out something from the mouth using the throat muscles and lips



























