spiritualist
spi
ˈspɪ
spi
ri
rɪ
ri
tua
ʧuə
chooē
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "spiritualist"στα αγγλικά

01

πνευματιστής, μέντιουμ

a person who acts as a mediator between the living and the dead, often communicating with spirits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spiritualists
Παραδείγματα
The spiritualist held a séance to connect with the spirits of the departed. 

Ο πνευματιστής πραγματοποίησε μια συνεδρία για να επικοινωνήσει με τα πνεύματα των αποθανόντων.

spiritualist
01

πνευματιστικός

of or relating to or connected with spiritualism 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
philosophy, religion, belief

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spiritualist
spiritual
spirit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store