Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spirited
01
ενεργητικός, ζωηρός
displaying animation, vigor, or liveliness
02
ζωηρός, ενεργητικός
having a lively, energetic, or enthusiastic nature
Παραδείγματα
Her spirited personality and positive attitude made her a joy to be around.
Η ζωηρή της προσωπικότητα και η θετική της στάση την έκαναν χαρά να είσαι γύρω της.
03
θαρραλέος, τολμηρός
willing to face danger
04
ενεργητικός, ζωηρός
marked by lively action
Λεξικό Δέντρο
spiritedly
spiritedness
spirited
spirit



























