spirited
Pronunciation
/ˈspɪɹɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "spirited"στα αγγλικά

01

ενεργητικός, ζωηρός

displaying animation, vigor, or liveliness
spirited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spirited
συγκριτικός βαθμός
more spirited
διαβαθμίσιμο
02

ζωηρός, ενεργητικός

having a lively, energetic, or enthusiastic nature
spirited definition and meaning
Παραδείγματα
Her spirited personality and positive attitude made her a joy to be around.
Η ζωηρή της προσωπικότητα και η θετική της στάση την έκαναν χαρά να είσαι γύρω της.
03

θαρραλέος, τολμηρός

willing to face danger
04

ενεργητικός, ζωηρός

marked by lively action
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store