spinster
spins
ˈspɪns
spins
ter
minsterwestminster

Ορισμός και σημασία του "spinster"στα αγγλικά

01

γριά παρθένα, ανύπαντρη γυναίκα

a woman who is not married and is past the age of marriage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spinsters
02

νήστρα, υφάντρα

someone who spins (who twists fibers into threads) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store