Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spice up
01
κατακλύζω με μπαχαρικά, προσθέτω μπαχαρικά
to add spices or flavorful ingredients to a dish to give it more flavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
spice
ενεστώτας
spice up
γ΄ ενικό πρόσωπο
spices up
ενεστώτα μετοχή
spicing up
απλός αόριστος
spiced up
παθητική μετοχή
spiced up
Παραδείγματα
She spiced the curry up with a dash of cayenne pepper for an extra kick of heat.
Γαρύλισε το κάρυ με μια πρέζα πιπέρι καγιέν για μια επιπλέον δόση καυτότητας.
Παραδείγματα
She spiced up her wardrobe by adding colorful accessories and statement pieces.
Εκείνη ζωηρέψει τη γκαρνταρόμπα της προσθέτοντας πολύχρωμα αξεσουάρ και εντυπωσιακά κομμάτια.



























