spelunker
spe
spɪ
spi
lun
ˈlʌn
lan
ker
younkerclunkerplunkerjunker

Ορισμός και σημασία του "spelunker"στα αγγλικά

01

σπηλαιολόγος, εξερευνητής σπηλαίων

a person who climbs or studies caves for pleasure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spelunkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spelunker
spelunk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store