spelunker
Pronunciation
/spəˈɫəŋkɝ/

Ορισμός και σημασία του "spelunker"στα αγγλικά

01

σπηλαιολόγος, εξερευνητής σπηλαίων

a person who climbs or studies caves for pleasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spelunkers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store