speed
speed
spid
spid
spendsteed

Ορισμός και σημασία του "speed"στα αγγλικά

01

ταχύτητα

the rate or pace at which something or someone moves 
speed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speeds
Παραδείγματα
The cheetah is known for its incredible speed, reaching up to 70 miles per hour in short bursts. 

Ο γατόπαρδος είναι γνωστός για την απίστευτη ταχύτητά του, φτάνοντας έως και 70 μίλια την ώρα σε σύντομες εκρήξεις.

02

ταχύτητα, γρηγοράδα

distance travelled per unit time 
03

ταχύτητα, γρηγοράδα

changing location rapidly 
04

αμφεταμίνη, speed

a stimulant drug that increases alertness, energy, and focus 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He was arrested for possession of speed, a dangerous and addictive stimulant. 

Συνελήφθη για κατοχή speed, ενός επικίνδυνου και εθιστικού διεγερτικού.

05

διάφραγμα, ταχύτητα κλείστρου

the ratio of the focal length to the diameter of a (camera) lens system 
to speed
01

βιάζομαι, επιταχύνω

move hurridly 
to speed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
speed
γ΄ ενικό πρόσωπο
speeds
ενεστώτα μετοχή
speeding
απλός αόριστος
sped
παθητική μετοχή
sped
1.1

υπερβαίνω το όριο ταχύτητας, οδηγώ με επικίνδυνη ταχύτητα

to travel at a velocity that exceeds legal limits or is considered dangerously fast 
Παραδείγματα
They often speed on that empty stretch of road late at night. 

Συχνά οδηγούν με υπερβολική ταχύτητα σε αυτό το άδειο τμήμα του δρόμου αργά τη νύχτα.

02

επιταχύνω, σπεύδω

cause to move faster 
to speed definition and meaning
03

επιταχύνω, καταστέλλω

to increase movement or velocity, causing something to go faster 
Παραδείγματα
The car sped down the highway after the light turned green. 

Το αυτοκίνητο επιτάχυνε στον αυτοκινητόδρομο αφού το φανάρι έγινε πράσινο.

04

κινούμαι γρήγορα, τρέχω

move very fast 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store