specifically
Pronunciation
/spəˈsɪfɪkli/

Ορισμός και σημασία του "specifically"στα αγγλικά

specifically
01

συγκεκριμένα, αποκλειστικά

only for one certain type of person or thing
specifically definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The guidelines were established specifically for new employees, outlining company protocols.
Οι οδηγίες καθιερώθηκαν ειδικά για τους νέους υπαλλήλους, περιγράφοντας τα πρωτόκολλα της εταιρείας.
02

συγκεκριμένα, σαφώς

in a manner that is detailed, precise, and clear
Παραδείγματα
The software update specifically focuses on enhancing user interface and functionality.
Η ενημέρωση του λογισμικού επικεντρώνεται συγκεκριμένα στη βελτίωση της διεπαφής χρήστη και της λειτουργικότητας.

Λεξικό Δέντρο

nonspecifically
specifically
specific
specif
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store