Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speak for
01
μιλώ για, αντιπροσωπεύω
to act as a representative or spokesperson on behalf of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
speak
ενεστώτας
speak for
γ΄ ενικό πρόσωπο
speaks for
ενεστώτα μετοχή
speaking for
απλός αόριστος
spoke for
παθητική μετοχή
spoken for
Παραδείγματα
She decided to speak for the team during the meeting.
Αποφάσισε να μιλήσει για την ομάδα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
κρατώ για τον εαυτό μου, καταλαμβάνω
to reserve something for oneself
Παραδείγματα
The CEO spoke for the executive office, making it clear that it was reserved for top management.
Ο CEO μίλησε για το εκτελεστικό γραφείο, καταστώντας σαφές ότι ήταν δεσμευμένο για την ανώτερη διοίκηση.
03
μαρτυρώ, αντανακλώ
to indicate an inner trait of someone or something
Παραδείγματα
The impressive achievements of the team speak for their dedication and hard work.
Τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της ομάδας μαρτυρούν την αφοσίωση και τη σκληρή δουλειά τους.
04
μιλώ για, εκφράζω για
to solely express one's own perspective or interests
Παραδείγματα
When asked about the proposal, Jane made it clear that she could only speak for herself and not for the entire team.
Όταν ρωτήθηκε για την πρόταση, η Jane διευκρίνισε ότι μπορούσε να μιλήσει μόνο για τον εαυτό της και όχι για ολόκληρη την ομάδα.



























