Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sparingly
01
με φειδώ, με μέτρο
only minimally or occasionally, so as to avoid excess
Παραδείγματα
Water must be used sparingly during drought conditions.
Το νερό πρέπει να χρησιμοποιείται οικονομικά κατά τις συνθήκες ξηρασίας.
Λεξικό Δέντρο
unsparingly
sparingly
sparing
spare



























