spare part
spare
speə
spe
part
pɑ:t
paat

Ορισμός και σημασία του "spare part"στα αγγλικά

01

ανταλλακτικό, εφεδρικό εξάρτημα

a part made for a machine or vehicle that can be used to replace an old or broken part 
spare part definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spare parts
Παραδείγματα
He always keeps a spare part for his car in case something needs to be replaced. 

Πάντα κρατά ένα ανταλλακτικό για το αυτοκίνητό του σε περίπτωση που χρειαστεί να αντικατασταθεί κάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store