Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spare part
01
ανταλλακτικό, εφεδρικό εξάρτημα
a part made for a machine or vehicle that can be used to replace an old or broken part
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spare parts
Παραδείγματα
He bought a spare part online after noticing wear on the old one.
Αγόρασε ένα ανταλλακτικό online αφού παρατήρησε φθορά στο παλιό.



























