Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spar
01
προπόνηση πυγμαχίας, προσομοίωση μάχης
making the motions of attack and defense with the fists and arms; a part of training for a boxer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spars
02
ιστός, κοντάρι
a stout rounded pole of wood or metal used to support rigging
03
σπαρ, διάφορα μη μεταλλικά ορυκτά
any of various nonmetallic minerals (calcite or feldspar) that are light in color and transparent or translucent and cleavable
to spar
01
διαφωνώ με ευχάριστο τρόπο, ανταλλάσσω αστεία ενώ διαφωνώ
to argue with someone in a pleasant way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spar
γ΄ ενικό πρόσωπο
spars
ενεστώτα μετοχή
sparring
απλός αόριστος
sparred
παθητική μετοχή
sparred
02
πυγμαχώ ελαφρά, προπονούμαι στην πυγμαχία
box lightly
03
πολεμώ με τα σπιρούνια, μαχόμαι με τα σπιρούνια
fight with spurs
04
εξοπλίζω με κατάρτια, προμηθεύω με ιστούς
furnish with spars



























