Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spank
01
χτύπημα, σφαλιάρα
a slap with the flat of the hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spanks
to spank
01
δίνω σφαλιάρα, χτυπώ στα γλουτά
to strike someone especially on the buttocks with an open hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spank
γ΄ ενικό πρόσωπο
spanks
ενεστώτα μετοχή
spanking
απλός αόριστος
spanked
παθητική μετοχή
spanked
Παραδείγματα
The coach would spank the athletes on the back as a gesture of encouragement before the championship game.
Ο προπονητής χτυπούσε τους αθλητές στην πλάτη ως χειρονομία ενθάρρυνσης πριν από το παιχνίδι πρωταθλήματος.



























