Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spank
01
χτύπημα, σφαλιάρα
a slap with the flat of the hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spanks
to spank
01
δίνω σφαλιάρα, χτυπώ στα γλουτά
to strike someone especially on the buttocks with an open hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spank
γ΄ ενικό πρόσωπο
spanks
ενεστώτα μετοχή
spanking
απλός αόριστος
spanked
παθητική μετοχή
spanked
Παραδείγματα
The mother decided to spank her child gently to teach them about the consequences of disobedience.
Η μητέρα αποφάσισε να χτυπήσει ελαφρά το παιδί της για να το διδάξει για τις συνέπειες της ανυπακοής.
LanGeek



























