Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belt up
01
σκώβω, κλείνω το στόμα μου
to suddenly become silent or stop talking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt up
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts up
ενεστώτα μετοχή
belting up
απλός αόριστος
belted up
παθητική μετοχή
belted up
Παραδείγματα
The boss expected the employees to belt up and get back to work.
Το αφεντικό περίμενε από τους υπαλλήλους να σκυψουν και να επιστρέψουν στη δουλειά.
02
δένω τη ζώνη ασφαλείας, φορώ τη ζώνη ασφαλείας
to secure oneself in a vehicle by putting on a seat belt
Παραδείγματα
The responsible driver always ensures that passengers belt up before hitting the road.
Ο υπεύθυνος οδηγός διασφαλίζει πάντα ότι οι επιβάτες ζώνουν τις ζώνες τους πριν ξεκινήσουν.



























