to belt up
Pronunciation
/bˈɛlt ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "belt up"στα αγγλικά

to belt up
[phrase form: belt]
01

σκώβω, κλείνω το στόμα μου

to suddenly become silent or stop talking
to belt up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt up
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts up
ενεστώτα μετοχή
belting up
απλός αόριστος
belted up
παθητική μετοχή
belted up
Παραδείγματα
The children were instructed to belt up during the assembly.
Τα παιδιά κλήθηκαν να σιωπήσουν κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης.
02

δένω τη ζώνη ασφαλείας, φορώ τη ζώνη ασφαλείας

to secure oneself in a vehicle by putting on a seat belt
Παραδείγματα
The taxi driver waited patiently for the passengers to belt up before departing.
Ο ταξιτζής περίμενε υπομονετικά να προσδεθούν οι επιβάτες πριν ξεκινήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store