Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
southwesterly
01
νοτιοδυτικός, προς τη νοτιοδυτική κατεύθυνση
oriented or positioned toward the southwest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ship sailed in a southwesterly direction, charting new waters.
Το πλοίο πλεύσε προς νοτιοδυτική κατεύθυνση, χαρτογραφώντας νέα νερά.
Παραδείγματα
The southwesterly winds carried the scent of the ocean across the field.
Οι νοτιοδυτικοί άνεμοι κουβάλησαν τη μυρωδιά του ωκεανού σε όλο το χωράφι.



























