Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
southwesterly
01
νοτιοδυτικός, προς τη νοτιοδυτική κατεύθυνση
oriented or positioned toward the southwest
Παραδείγματα
The building ’s entrance faces a southwesterly angle, capturing the afternoon sun.
Η είσοδος του κτιρίου βλέπει προς νοτιοδυτική γωνία, πιάνοντας τον απογευματινό ήλιο.
Παραδείγματα
We could hear the southwesterly winds howling through the trees during the night.
Μπορούσαμε να ακούμε τους νοτιοδυτικούς ανέμους να ουρλιάζουν μέσα από τα δέντρα κατά τη διάρκεια της νύχτας.



























