belly laugh
be
ˈbɛ
be
lly
li
li
laugh
lɑ:f
laaf
bellylaugh

Ορισμός και σημασία του "belly laugh"στα αγγλικά

01

κοιλιακό γέλιο, καγχασμός

a joke that seems extremely funny 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
belly laughs
02

δυνατό γέλιο, κατάκοιρο γέλιο

a loud and uncontrollable laughter 
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The comedy show was so hilarious that the entire audience erupted in belly laughs, filling the theater with mirth. 

Η κωμική παράσταση ήταν τόσο ξεκαρδιστική που όλο το κοινό ξέσπασε σε κοφτές γέλιες, γεμίζοντας το θέατρο με χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store