soulless
sou
ˈsoʊ
σου
lless
ləs
λασ
/sˈə‍ʊlɛs/

Ορισμός και σημασία του "soulless"στα αγγλικά

01

άψυχος, στερημένος συναισθήματος

lacking emotional or spiritual depth or qualities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soulless
συγκριτικός βαθμός
more soulless
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store