soulmate
Pronunciation
/ˈsoʊlˌmeɪt/

Ορισμός και σημασία του "soulmate"στα αγγλικά

01

σύντροφος ψυχή, ιδανικός σύντροφος

the perfect romantic partner for a person
soulmate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
soulmates
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store