Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorrowful
01
θλιμμένος, λυπημένος
experiencing or expressing a feeling of deep sadness or grief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sorrowful
συγκριτικός βαθμός
more sorrowful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie had a sorrowful ending that left the audience in tears.
Η ταινία είχε ένα θλιβερό τέλος που άφησε το κοινό σε δάκρυα.
Λεξικό Δέντρο
sorrowfully
sorrowfulness
sorrowful
sorrow



























