Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sorrow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She felt overwhelming sorrow after her grandfather's death.
Ένιωσε συντριπτική θλίψη μετά το θάνατο του παππού της.
02
θλίψη, λύπη
something that causes great unhappiness
03
θλίψη, λύπη
sadness associated with some wrong done or some disappointment
04
θλίψη, λύπη
the state of being sad
to sorrow
01
θρηνώ, λυπούμαι
to have a deep feeling of sadness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
sorrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorrows
ενεστώτα μετοχή
sorrowing
απλός αόριστος
sorrowed
παθητική μετοχή
sorrowed
Παραδείγματα
She sorrowed silently after her friend's sudden passing.
Θρήνησε σιωπηλά μετά τον ξαφνικό θάνατο της φίλης της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sorrowful
sorrow



























