Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sorrow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The entire community shared in the sorrow of the tragedy.
Ολόκληρη η κοινότητα μοιράστηκε τη θλίψη της τραγωδίας.
02
θλίψη, λύπη
something that causes great unhappiness
03
θλίψη, λύπη
sadness associated with some wrong done or some disappointment
04
θλίψη, λύπη
the state of being sad
to sorrow
01
θρηνώ, λυπούμαι
to have a deep feeling of sadness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
sorrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorrows
ενεστώτα μετοχή
sorrowing
απλός αόριστος
sorrowed
παθητική μετοχή
sorrowed
Παραδείγματα
In the poem, the willow tree sorrows as its leaves fall.
Στο ποίημα, η ιτιά θρηνεί καθώς πέφτουν τα φύλλα της.
Λεξικό Δέντρο
sorrowful
sorrow



























