sordid
sor
ˈsɔ:
saw
did
dɪd
did
corded

Ορισμός και σημασία του "sordid"στα αγγλικά

01

βρόμικος, εξευτελιστικός

relating to a disgraceful and corrupted action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sordid
συγκριτικός βαθμός
more sordid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, society
Παραδείγματα
The newspaper reported on the sordid dealings of the corrupt officials. 

Η εφημερίδα ανέφερε τις βρόμικες συμφωνίες των διεφθαρμένων αξιωματούχων.

02

βρόμικος, άθλιος

dirty, unpleasant, or neglected in appearance or condition 
Παραδείγματα
They lived in a sordid tenement with broken windows and moldy walls. 

Ζούσαν σε ένα βρώμικο πολυκατάστημα με σπασμένα παράθυρα και μουχλιασμένους τοίχους.

03

αχρείος, άπληστος

driven by selfish greed in a way that is petty 
Παραδείγματα
His sordid obsession with money ruined every relationship. 

Η αχρείωτη εμμονή του με τα χρήματα κατέστρεψε κάθε σχέση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sordidly
sordidness
sordid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store