soot
soot
sʊt
soot
shootsnootscoot

Ορισμός και σημασία του "soot"στα αγγλικά

01

αιθάλη, καπνιά

a black powdery substance produced by burning materials like wood or coal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The old fireplace emitted a cloud of soot, leaving dark stains on the surrounding walls. 

Το παλιό τζάκι εξέπεμνε ένα σύννεφο από καπνιά, αφήνοντας σκοτεινές κηλίδες στους γύρω τοίχους.

to soot
01

μαυρίζω, καλύπτω με αιθάλη

to cover a surface with a blackened residue 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soot
γ΄ ενικό πρόσωπο
soots
ενεστώτα μετοχή
sooting
απλός αόριστος
sooted
παθητική μετοχή
sooted
Παραδείγματα
The chimney soothed the walls after years of fireplace use. 

Ασβόλη καθησύχασε τους τοίχους μετά από χρόνια χρήσης τζακιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store