soot
Pronunciation
/ˈsʊt/

Ορισμός και σημασία του "soot"στα αγγλικά

01

αιθάλη, καπνιά

a black powdery substance produced by burning materials like wood or coal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Historic buildings may undergo periodic cleaning to remove accumulated soot from their facades.
Τα ιστορικά κτίρια μπορεί να υποβάλλονται σε περιοδικό καθαρισμό για την απομάκρυνση της συσσωρευμένης καπνιάς από τις πρόσοψές τους.
to soot
01

μαυρίζω, καλύπτω με αιθάλη

to cover a surface with a blackened residue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soot
γ΄ ενικό πρόσωπο
soots
ενεστώτα μετοχή
sooting
απλός αόριστος
sooted
παθητική μετοχή
sooted
Παραδείγματα
Candles sooth the mantel over time.
Τα κεριά καπνίζουν το τζάκι με το πέρασμα του χρόνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store