Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belligerent
01
πολεμοχαρής, επιθετικός
showing a strong desire to fight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most belligerent
συγκριτικός βαθμός
more belligerent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, conflict, personality
Παραδείγματα
The belligerent driver aggressively honked and gestured at other cars on the road.
Ο πολεμοχαρής οδηγός κόρναρε και χειρονομούσε επιθετικά σε άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο.
02
εμπόλεμος, εμπλεκόμενος σε πόλεμο
engaged in war
Belligerent
01
πολεμοχαρής, μαχητής
a person or group that is hostile and ready to fight or argue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
belligerents
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
belligerently
nonbelligerent
belligerent
belliger



























