Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
belligerent
01
πολεμοχαρής, επιθετικός
showing a strong desire to fight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most belligerent
συγκριτικός βαθμός
more belligerent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the peaceful setting, the belligerent attitude of some guests was evident.
Παρά την ειρηνική ατμόσφαιρα, η πολεμοχαρής συμπεριφορά κάποιων καλεσμένων ήταν εμφανής.
02
εμπόλεμος, εμπλεκόμενος σε πόλεμο
engaged in war
Belligerent
01
πολεμοχαρής, μαχητής
a person or group that is hostile and ready to fight or argue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belligerents
Λεξικό Δέντρο
belligerently
nonbelligerent
belligerent
belliger



























