belligerent
be
μπα
lli
ˈlɪ
λι
ge
ʤɜ
τζερ
rent
rənt
ραντ
/bɪlˈɪd‍ʒɹənt/

Ορισμός και σημασία του "belligerent"στα αγγλικά

belligerent
01

πολεμοχαρής, επιθετικός

showing a strong desire to fight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most belligerent
συγκριτικός βαθμός
more belligerent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the peaceful setting, the belligerent attitude of some guests was evident.
Παρά την ειρηνική ατμόσφαιρα, η πολεμοχαρής συμπεριφορά κάποιων καλεσμένων ήταν εμφανής.
02

εμπόλεμος, εμπλεκόμενος σε πόλεμο

engaged in war
01

πολεμοχαρής, μαχητής

a person or group that is hostile and ready to fight or argue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
belligerents

Λεξικό Δέντρο

belligerently
nonbelligerent
belligerent
belliger
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store