Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sonnet
01
σονέτο, ποίημα δεκατετράστιχο
a verse of Italian origin that has 14 lines, usually in an iambic pentameter and a prescribed rhyme scheme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sonnets
Παραδείγματα
He struggled to fit his thoughts into the strict format of a sonnet.
Πάλεψε να προσαρμόσει τις σκέψεις του στο αυστηρό σχήμα ενός σονέτου.
to sonnet
01
συνθέτω σονέτο, γράφω σονέτο
compose a sonnet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sonnet
γ΄ ενικό πρόσωπο
sonnets
ενεστώτα μετοχή
sonneting
απλός αόριστος
sonneted
παθητική μετοχή
sonneted
02
σονετίζω, επαινώ σε σονέτο
praise in a sonnet
LanGeek



























