sonic
so
ˈsɒ
so
nic
nɪk
nik
ionicconiciconicphonic

Ορισμός και σημασία του "sonic"στα αγγλικά

01

ηχητικός, υπερηχητικός

having a speed close to that of sound in air 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The aircraft moved at sonic speed, nearing the sound barrier. 

Το αεροσκάφος κινήθηκε με ηχητική ταχύτητα, πλησιάζοντας το φράγμα του ήχου.

02

ηχητικός, ακουστικός

involving or relating to sound or sound waves 
Παραδείγματα
The sonic vibrations from the speaker filled the room with music. 

Οι ηχητικές δονήσεις από το ηχείο γέμισαν το δωμάτιο με μουσική.

Λεξικό Δέντρο

subsonic
sonic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store