bellicose
be
ˈbɛ
μπε
lli
λα
cose
ˌkoʊs
κουσ
/bˈɛlɪkˌə‍ʊs/

Ορισμός και σημασία του "bellicose"στα αγγλικά

01

πολεμοχαρής, εριστικός

displaying a willingness to start an argument, fight, or war
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bellicose
συγκριτικός βαθμός
more bellicose
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Jake 's bellicose attitude often leads to arguments with his classmates.
Η πολεμοχαρής συμπεριφορά του Τζέικ συχνά οδηγεί σε καυγάδες με τους συμμαθητές του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store