Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achy
01
πονούμενος, ενοχλητικός
experiencing a consistent yet dull physical pain in a part of one's body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
achiest
συγκριτικός βαθμός
achier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, sensation, body
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
achy
ache



























