achy
Pronunciation
/ˈeɪki/

Ορισμός και σημασία του "achy"στα αγγλικά

01

πονούμενος, ενοχλητικός

experiencing a consistent yet dull physical pain in a part of one's body
achy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
achiest
συγκριτικός βαθμός
achier
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store