aching
Pronunciation
/ˈeɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "aching"στα αγγλικά

01

πονούμενος, ενοχλητικός

experiencing a continuous, dull pain or discomfort, often due to physical exertion or illness
aching definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aching
συγκριτικός βαθμός
more aching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The aching pain in his knee persisted for several days.
Ο πονοκέφαλος πόνος στο γόνατό του διήρκεσε για αρκετές ημέρες.
01

μβαρύς πόνος, επίμονος πόνος

a dull persistent (usually moderately intense) pain
aching definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
achings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store