son-in-law
son
sʌn
san
in
ɪn
in
law
lɔ:
law

Ορισμός και σημασία του "son-in-law"στα αγγλικά

01

γιος της γυναίκας, σύζυγος του γιου ή της κόρης

the husband of one's son or daughter 
son-in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sons-in-law
αρσενικό ενικό
son-in-law
θηλυκό ενικό
daughter-in-law
neutral form
child-in-law
Παραδείγματα
He has a great relationship with his son-in-law, considering him a true member of the family. 

Έχει μια υπέροχη σχέση με τον γιατρό του, θεωρώντας τον πραγματικό μέλος της οικογένειας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store