son
son
sʌn
san
solon

Ορισμός και σημασία του "son"στα αγγλικά

01

γιος, αγόρι

a person's male child 
son definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sons
Παραδείγματα
John is a loving father who takes great pride in raising his two sons. 

Ο John είναι ένας στοργικός πατέρας που είναι πολύ περήφανος για την ανατροφή των δύο γιων του.

02

Υιός, Λόγος

the divine word of God; the second person in the Trinity (incarnate in Jesus) 
03

φίλε, αδερφέ

a casual, often affectionate or playful way to address a close friend 
αργκό
Παραδείγματα
What's up, son? Long time no see. 

Τι κάνεις, γιε? Χρόνια και ζαμάνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store