Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Somnambulist
01
υπνοβάτης, σκοταδιστής
a person who suffers from an abnormal condition in which they walk around during sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
somnambulists
Λεξικό Δέντρο
somnambulist
somnambulate



























