solvent
sol
ˈsɒl
sol
vent
vənt
vēnt
solent

Ορισμός και σημασία του "solvent"στα αγγλικά

01

διαλύτης, διαλυτικό

a liquid that is capable of dissolving another substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solvents
Παραδείγματα
Ethanol is commonly used as a solvent to dissolve oils and perfume essences for the production of aftershaves and colognes. 

Η αιθανόλη χρησιμοποιείται συνήθως ως διαλύτης για τη διάλυση ελαίων και αρωματικών εσώτερων για την παραγωγή λοσιόν μετά το ξύρισμα και κολόνια.

02

διαλύτης, λύση

an agent or method that is able to break apart or eliminate an obstacle, difficulty, or problem 
Παραδείγματα
Thorough research into root causes served as a solvent to understand and eliminate recurring product defects. 

Η διεξοδική έρευνα των ριζικών αιτιών χρησίμευσε ως διαλύτης για την κατανόηση και την εξάλειψη των επαναλαμβανόμενων ελαττωμάτων του προϊόντος.

01

φερέγγυος, ρευστός

having the ability to meet financial obligations and paying debts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most solvent
συγκριτικός βαθμός
more solvent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite economic challenges, the company remained solvent due to wise financial management. 

Παρά τις οικονομικές προκλήσεις, η εταιρεία παρέμεινε φερέγγυα λόγω σοφής οικονομικής διαχείρισης.

Λεξικό Δέντρο

dissolvent
insolvent
resolvent
solvent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store