Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solvent
Παραδείγματα
Chloroform acts as an effective solvent for lipids, fats and waxes due to its non-polar nature.
Το χλωροφόρμο λειτουργεί ως αποτελεσματικό διαλύτη για λιπίδια, λίπη και κεριά λόγω της μη πολικής του φύσης.
02
διαλύτης, λύση
an agent or method that is able to break apart or eliminate an obstacle, difficulty, or problem
Παραδείγματα
Open communication finally provided the solvent necessary to resolve interpersonal tensions affecting team performance.
Η ανοιχτή επικοινωνία παρείχε τελικά τον απαραίτητο διαλύτη για την επίλυση των διαπροσωπικών εντάσεων που επηρέαζαν την απόδοση της ομάδας.
solvent
01
φερέγγυος, ρευστός
having the ability to meet financial obligations and paying debts
Παραδείγματα
Innovations in product development have been a driving force in keeping the tech company solvent.
Οι καινοτομίες στην ανάπτυξη προϊόντων έχουν αποτελέσει κινητήρια δύναμη για να παραμείνει η τεχνολογική εταιρεία φερέγγυα.



























