Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solidago
01
σολιντάγο, χρυσόβεργα
a genus of flowering plants commonly known as goldenrods, characterized by their tall, bright yellow flower spikes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
solidagos
Παραδείγματα
Despite its beauty and ecological importance, some people consider solidago a weed due to its prolific growth and tendency to spread.
Παρά την ομορφιά και την οικολογική του σημασία, κάποιοι θεωρούν το solidago ως ζιζάνιο λόγω του εκτεταμένης ανάπτυξής του και της τάσης του να εξαπλώνεται.



























