Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solid-colored
01
μονόχρωμο, ομοιόχρωμο
having the same color all over
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μονόχρωμο, ομοιόχρωμο