Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Solid food
01
στερεή τροφή, στερεά τρόφιμα
any edible substance that is not in a liquid or semi-liquid form and can be chewed and swallowed
Παραδείγματα
The patient 's recovery progressed, and they were gradually allowed to reintroduce solid food into their diet after surgery.
Η ανάρρωση του ασθενούς προχώρησε και τους επιτράπηκε σταδιακά να επαναφέρουν στερεά τρόφιμα στη διατροφή τους μετά την εγχείρηση.



























