Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to solicit
01
αιτώ, ζητώ
to request something, usually in a formal or persistent manner
Transitive: to solicit sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
solicit
γ΄ ενικό πρόσωπο
solicits
ενεστώτα μετοχή
soliciting
απλός αόριστος
solicited
παθητική μετοχή
solicited
Παραδείγματα
The lawyer is currently soliciting information from potential witnesses for the upcoming trial.
Ο δικηγόρος ζητά επί του παρόντος πληροφορίες από πιθανούς μάρτυρες για την επερχόμενη δίκη.
02
προσφέρω σεξουαλικές υπηρεσίες
to engage in the act of propositioning oneself or others for sexual activity, usually in exchange for payment
Intransitive
Παραδείγματα
The police arrested several individuals who were soliciting in the red-light district.
Η αστυνομία συνέλαβε πολλά άτομα που επιζητούσαν στην ερυθρά περιοχή.
03
προκαλώ, υποκινώ
to urge or encourage others to commit unlawful acts or defy authority
Ditransitive: to solicit sb to do sth
Παραδείγματα
The extremist group solicited vulnerable individuals to join their cause and carry out acts of terrorism.
Η εξτρεμιστική ομάδα προσέλκυσε ευάλωτα άτομα να ενταχθούν στο σκοπό τους και να πραγματοποιήσουν πράξεις τρομοκρατίας.
04
επιζητώ, αιτώ
to formally request or appeal for something
Ditransitive: to solicit sb for sth
Παραδείγματα
The startup solicited customers for feedback on its new product design.
Η startup ζήτησε από τους πελάτες ανατροφοδότηση για το νέο σχέδιο προϊόντος της.
05
ερωτοτροπώ, φλερτάρω
to seek someone's affection, typically with romantic intentions
Transitive: to solicit sb
Παραδείγματα
He solicited her with flowers and love letters, hoping to win her heart.
Την ερωτοτροπούσε με λουλούδια και ερωτικές επιστολές, ελπίζοντας να κερδίσει την καρδιά της.
Λεξικό Δέντρο
solicitor
solicitous
solicit



























