sofa
Pronunciation
/ˈsoʊfə/

Ορισμός και σημασία του "sofa"στα αγγλικά

01

καναπές, σοφά

a comfortable seat that has a back and two arms and enough space for two or multiple people to sit on
sofa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sofas
Παραδείγματα
We bought a new sofa to replace the old one.
Αγοράσαμε ένα νέο καναπέ για να αντικαταστήσουμε τον παλιό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store