Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Belief
01
πίστη, πεποίθηση
a strong feeling of certainty that something or someone exists or is true; a strong feeling that something or someone is right or good
Παραδείγματα
The team 's success was fueled by their collective belief in their ability to overcome challenges.
Η επιτυχία της ομάδας τροφοδοτήθηκε από τη συλλογική πεποίθησή τους στην ικανότητά τους να ξεπεράσουν προκλήσεις.
02
πεποίθηση, πίστη
something that we think is true or real
Παραδείγματα
He expressed his belief in the importance of education for societal progress.
Εξέφρασε την πεποίθησή του για τη σημασία της εκπαίδευσης για την κοινωνική πρόοδο.
03
πίστη, πεποίθηση
a vague idea in which some confidence is placed
Λεξικό Δέντρο
disbelief
unbelief
belief
believe



























