sodden
so
ˈsɒ
so
dden
dən
dēn
suddensaddenshodden

Ορισμός και σημασία του "sodden"στα αγγλικά

01

μπογιατισμένος, κορεσμένος

thoroughly soaked or saturated with liquid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sodden-est
συγκριτικός βαθμός
sodden-er
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sodden ground squelched beneath their boots as they trudged through the rain-soaked field. 

Το μπογιατισμένο έδαφος τσούζει κάτω από τις μπότες τους καθώς προχωρούσαν με κόπο μέσα από το βρεγμένο από τη βροχή χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store