socialism
Pronunciation
/ˈsoʊʃəlɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "socialism"στα αγγλικά

01

σοσιαλισμός, συλλογισμός

an economic system in which the state owns and manages major resources, industries, or capital
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Socialism aims to reduce inequality through state-managed resources.
Ο σοσιαλισμός στοχεύει στη μείωση της ανισότητας μέσω πόρων που διαχειρίζεται το κράτος.
02

σοσιαλισμός, συλλογισμός

a political theory promoting state ownership or control of industry to achieve social and economic equality
Παραδείγματα
The party 's platform was rooted in socialism and social justice.
Η πλατφόρμα του κόμματος είχε τις ρίζες της στον σοσιαλισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store