social worker
so
ˈsəʊ
σεου
cial
ʃəl
σαλ
wor
wɜ:
ουερ
ker
κα

Ορισμός και σημασία του "social worker"στα αγγλικά

01

κοινωνικός λειτουργός, κοινωνικός εργαζόμενος

someone who is employed to give advice to or provide help for those with family or financial problems 
social worker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
social workers
Παραδείγματα
The social worker assisted families in need. 

Ο κοινωνικός λειτουργός βοήθησε οικογένειες σε ανάγκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store