Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sob
01
κλαίω με λυγμούς, κλαίω με αναφιλητά
to cry loudly while making repeated, short gasping sounds, often due to intense emotions such as sadness or grief
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sob
γ΄ ενικό πρόσωπο
sobs
ενεστώτα μετοχή
sobbing
απλός αόριστος
sobbed
παθητική μετοχή
sobbed
Παραδείγματα
She couldn't control her emotions, and began to sob after receiving the heartbreaking news.
Δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς αφού έλαβε την σπαρακτική είδηση.
Sob
01
λυγμός, κλαψούρισμα
convulsive gasp made while weeping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sobs
02
ηλίθιος, βλάκας
insulting terms of address for people who are stupid or irritating or ridiculous
03
ασθμαίνων, δυσπνοία
a dyspneic condition



























